- ζώπυρος
- (τέλη 5ου αι. – αρχές 6ου αι. π.Χ.). Πέρσης ευγενής. Υπήρξε συνεργός στη δολοφονία του σφετεριστή του θρόνου Γαυμάτα και στην ανακήρυξη του Δαρείου Α’ σε βασιλιά. Ήταν τόσο πιστός στον Δαρείο, ώστε όταν αυτός πολιορκούσε τη Βαβυλώνα επί 20 μήνες, χωρίς να κατορθώσει να την καταλάβει, έκοψε τα αφτιά και τη μύτη του, πλήγωσε και κακοποίησε το σώμα του και σε αυτή την άθλια κατάσταση παρουσιάστηκε σαν δήθεν αυτόμολος στους Βαβυλώνιους, λέγοντας πως τον είχε κακοποιήσει ο βασιλιάς. Κατάφερε έτσι να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του Ναβουχοδονόσορ Γ’, που τον διόρισε φύλακα των πυλών της πόλης και μπόρεσε να τις ανοίξει για να περάσουν οι πολιορκητές.
* * *-ο(ν) (Α ζώπυρος, -ον)νεοελλ.1. (μόνο το ουδ. ως ουσ.) τὸ ζώπυρο(ν)κομμάτι αναμμένου κάρβουνου που φυλάσσεται στη χόβολη για να χρησιμεύσει ως έναυσμα για το άναμμα τής φωτιάς, σπινθήρας, σπίθα2. μτφ. φρ. «τα ζώπυρα τού πατριωτισμού» — ιδέες που εξάπτουν το πατριωτικό αίσθημααρχ.1. αυτός που ζωογονεί, που ανάβει τη φωτιά2. ζωογονητικός, δυναμωτικός3. αυτός που ερεθίζει, που παροξύνει, που διεγείρει (κυρίως για τον πόθο)4. το ουδ. ως ουσ. το ζώπυρονα) ο φυσητήρας που χρησιμοποιείται για το άναμμα τής φωτιάςβ) μτφ. κάτι μικρό που περισώζεται και ζωογονεί, παρέχει ζωή, ξαναφέρνει στη ζωήγ) αναλαμπήδ) υπόλειμμα, απομεινάρι.[ΕΤΥΜΟΛ. < ζω(ο)- (Ι)* + -πυρος (< πυρ, πυρός), πρβλ. διά-πυρος, έμ-πυρος].
Dictionary of Greek. 2013.